>Τουρκικές διεκδικήσεις – Ο Ακήρυχτος Πόλεμος

>

Ανασκόπηση των κυριοτέρων σημείων ελληνοτουρκικής τριβής και των πολιτικών προσεγγίσεων την τελευταία 35ετία, μέσα από την εξελικτική εξέταση των δεδομένων και των μεταβολών σε πολιτικοδιπλωματικό επίπεδο

Σάββας Δ. Βλάσσης
Η ανακάλυψη αξιοποιησίμων κοιτασμάτων πετρελαίου στο Αιγαίο, ήταν η αιτία για την οποία η Τουρκία μετατόπισε το ενδιαφέρον της και στην συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, ενώ μέχρι τότε, όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αυτό εστιαζόταν στην Κύπρο.Είχε προηγηθεί στις 21 Μαρτίου 1970 σύμβαση εκχωρήσεως από την ελληνική κυβέρνηση σε εταιρεία των ΗΠΑ, περιοχής του Βορείου Αιγαίου για την αναζήτηση, έρευνα κι εκμετάλλευση πετρελαίου. Στις 1 Νοεμβρίου 1973 ανακοινώθηκε η εκχώρηση από την τουρκική κυβέρνηση αδειών στην Τουρκική Εταιρεία Πετρελαίου (ΤΡΑΟ) για την διενέργεια ερευνών σε ζώνες στο Αιγαίο, από την Σαμοθράκη μέχρι την Χίο. Οι ζώνες αυτές ευρίσκοντο εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδος, σύμφωνα με την άποψη των Αθηνών.
Στις 29 Μαΐου 1974, το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Τσανταρλί» βγήκε στο Αιγαίο για την διεξαγωγή ερευνών μέχρι τις 6 Ιουνίου, πυροδοτώντας ένταση με την Ελλάδα. Στις 18 Ιουλίου 1974 ανακοινώθηκαν τέσσερις νέες περιοχές στο Αιγαίο, από την Σαμοθράκη μέχρι την Ρόδο, όπου και πάλι η τουρκική κυβέρνηση παραχωρούσε άδεια διεξαγωγής ερευνών στην ΤΡΑΟ.
Τα γεγονότα στην Κύπρο επισκίασαν τις τουρκικές προθέσεις στο Αιγαίο μέχρι το καλοκαίρι του 1976, όταν το ερευνητικό σκάφος «Χόρα» εμφανίστηκε και πάλι για διεξαγωγή ερευνών. Νέα κρίση ξέσπασε, που έφερε τις χώρες πολύ κοντά στην πολεμική αναμέτρηση.Η εμπειρία των ετών εκείνων έδειξε ότι η αρχική τουρκική επιτυχία για κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αδράνεια της Ελλάδος, ενίσχυσε την επιδίωξη της Αγκύρας για αναθεώρηση του νομικού καθεστώτος του Αιγαίου. Η ελληνική κυβέρνηση επέδειξε διαλλακτική στάση για την εξεύρεση λύσεως στο Κυπριακό όσο και στα ζητήματα που είχε θέσει η Άγκυρα για το Αιγαίο. Παρά όμως τα πρόσκαιρα σημάδια ανταποκρίσεως από τουρκικής πλευράς, η αλαζονεία που είχε προκαλέσει η στρατιωτική επιτυχία στην Κύπρο και η μετριοπαθής στάση των Αθηνών, ενθάρρυναν την Τουρκία σε σκλήρυνση της στάσεώς της. Το αποτέλεσμα ήταν η τουρκική υπαναχώρηση ακόμη και από συγκεκριμένες δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί, όσον αφορά τον μηχανισμό επιλύσεως του πρωτεύοντος ζητήματος για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδος.
Τουρκικός χάρτης, στον οποίο διακρίνονται με γκρι χρώμα οι περιοχές που παραχώρησε η τουρκική κυβέρνηση το 1974 στην ΤΡΑΟ, για εκτέλεση πετρελαϊκών ερευνώνΣτις 27 Ιανουαρίου 1975 η Αθήνα απέστειλε ρηματική διακοίνωση στην Άγκυρα με την οποία ενημέρωνε ότι αποδεχόταν το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ) ως όργανο για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδος. Η Τουρκία, αν και αρχικώς αποδέχθηκε την παραπομπή του θέματος στο ΔΔΧ, υπαναχώρησε τέσσερις μήνες αργότερα. Τα υπόλοιπα ζητήματα που είχε θέσει στην περίοδο 1974-1981 η Τουρκία, αφορούσαν:

Αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νήσων: Η Άγκυρα κατηγόρησε την Ελλάδα ότι κατά παράβαση των υφισταμένων διεθνών συνθηκών, μεταφέρει στρατιωτικές δυνάμεις στα ελληνικά νησιά, κάτι που αντιπροσωπεύει απειλή για τα Μικρασιατικά παράλια.

Τα όρια του FIR Αθηνών: Στις 6 Αυγούστου 1974 η Τουρκία εξέδωσε την ΝΟΤΑΜ 714, απαιτώντας από τα αεροσκάφη που πετούσαν ανατολικώς μίας γραμμής στο μέσον του Αιγαίου και εντός του FIR Αθηνών, να αναφέρονται στις τουρκικές υπηρεσίες εναερίου κυκλοφορίας. Η ΝΟΤΑΜ 714 ήταν παράνομη διότι για το FIR Αθηνών, έκδοση οδηγιών μπορεί να γίνει μόνο από την αρμόδια αρχή, την ελληνική Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ). Στις 7 Αυγούστου η Ελλάδα αντέδρασε εκδίδοντας την ΝΟΤΑΜ 1018 με την οποία θεωρούσε την τουρκική ενέργεια ανύπαρκτη και στις 14 Αυγούστου την ΝΟΤΑΜ 1066, με την οποία χαρακτήριζε προσωρινώς ολόκληρο το Αιγαίο ως «επικίνδυνη περιοχή». Ο επίσημος χαρακτηρισμός έγινε με την ΝΟΤΑΜ 1157 της 13ης Σεπτεμβρίου, αποκλείοντας το Αιγαίο από πτήσεις της πολιτικής αεροπορίας. Ο ICAO απηύθυνε έκκληση και στις δύο πλευρές για εξεύρεση λύσεως. Τελικώς, λόγω των διεθνών ανακατατάξεων όσο και αντιλαμβανόμενη ότι η απόφασή της έπληττε καίρια τα συμφέροντα και ειδικώς τον τουρισμό της, η Τουρκία απέσυρε την ΝΟΤΑΜ 714 στις 22 Φεβρουαρίου 1980. Φυσικά παρουσίασε την κατάργηση της παράνομης ενεργείας της ως κίνηση καλής θελήσεως. Την επομένη η Ελλάδα εξέδωσε την ΝΟΤΑΜ 267 με την οποία ακύρωνε την ΝΟΤΑΜ 1157.
Εκτός του ζητήματος των ορίων του FIR Αθηνών, η Τουρκία άρχισε να αμφισβητεί και την υποχρέωση της υποβολής σχεδίων πτήσεως από τα στρατιωτικά της αεροσκάφη, με το επιχείρημα ότι το άρθρο 3 της Συμβάσεως του Σικάγου του 1944, εξαιρεί τα στρατιωτικά αεροσκάφη. Η Αθήνα αντιτείνει ότι υπερισχύουν σε κάθε περίπτωση οι πρόνοιες του ICAO για προτεραιότητα στην ασφάλεια της εναερίου κυκλοφορίας και κατά συνέπεια η απαίτηση της ελληνικής ΥΠΑ για υποβολή σχεδίων πτήσεως απ’ όλα τα αεροσκάφη ανεξαιρέτως, πρέπει να γίνει σεβαστή. Η τουρκική άρνηση να καταθέτει σχέδια πτήσεως των στρατιωτικών της αεροσκαφών, μιμήθηκε το παράδειγμα των ΗΠΑ. Πράγματι, στην διάρκεια της ελληνοτουρκικής κρίσεως του 1974, μαχητικά του Ναυτικού των ΗΠΑ απονηώθηκαν κατ’ επανάληψη από αεροπλανοφόρο που έπλεε στο Αιγαίο, δίχως να υποβάλλουν σχέδια πτήσεως και παρά την κήρυξή του από την Αθήνα ως «επικίνδυνη περιοχή».
Εναέριος χώρος: Μετά την κήρυξη του Αιγαίου ως «επικίνδυνη περιοχή» η Αθήνα δέχθηκε τις διεθνείς συστάσεις να συζητήσει με την Άγκυρα την άρση του αδιεξόδου. Τον Ιούνιο του 1975 έγινε η πρώτη συνάντηση εμπειρογνωμόνων με κύριο ζήτημα την άρση της ΝΟΤΑΜ 714. Τότε η τουρκική πλευρά έθεσε για πρώτη φορά μία σειρά νέων ζητημάτων:
1) Δήλωσε ότι δεν αναγνωρίζει στην Ελλάδα εύρος Εθνικού Εναερίου Χώρου (ΕΕΧ) 10 ν.μ. αλλά μόνο 6 ν.μ.

2) Δημιουργία ζώνης 50 ν.μ. δυτικώς των τουρκικών παραλίων, στην οποία κάθε αεροπορική δραστηριότητα θα έπρεπε να αναφέρεται στις τουρκικές αρχές. Τα τουρκικά μαχητικά εντός της ζώνης αυτής, δεν θα υπέβαλαν σχέδια πτήσεως στην Αθήνα.

3) Καθιέρωση μονίμων περιοχών ασκήσεων της Τουρκίας στο Αιγαίο, με άμεση έκδοση ΝΟΤΑΜ από την Ελλάδα δίχως μεταβολές των στοιχείων επί της τουρκικής αιτήσεως και από κοινού χρήση των μονίμων πεδίων βολής Άνδρου και Ψαθούρας.

4) Περιορισμό της τερματικής περιοχής του αεροδρομίου Λήμνου, με το επιχείρημα ότι η μεγάλη της έκταση εντός του διεθνούς εναερίου χώρου εμπόδιζε τις πτήσεις στην περιοχή.

Παρά τις κινήσεις καλής θελήσεως που έγιναν από την ελληνική πλευρά, δεν επιτεύχθηκε καμία συμφωνία. Στα τέλη του 1980 μόνο, μετά το «άνοιγμα» του Αιγαίου και την επιστροφή της Ελλάδος στο ΝΑΤΟ, η Αθήνα, ως ένδειξη καλής θελήσεως προέβη σε ορισμένες «τεχνικές ρυθμίσεις» εντός του FIR Αθηνών. Αυτές αφορούσαν περιορισμό της τερματικής περιοχής του αεροδρομίου Λήμνου από 3.000 σε 1.382 τ.μ. και αναπροσαρμογή των υψών και ορίων σε ορισμένους αεροδιαδρόμους. Η τελευταία ρύθμιση, διευκόλυνε σημαντικά τις πτήσεις στρατιωτικών αεροσκαφών στο Αιγαίο, δεδομένου ότι άφηνε περισσότερο ελεύθερο χώρο για την εκτέλεση ελιγμών κάτω από τους αεροδιαδρόμους στους οποίους πετούν τα αεροσκάφη της πολιτικής αεροπορίας. Ειδικότερα στην περίπτωση ρυθμίσεως υψών του αεροδιαδρόμου W-14 στο τμήμα από Λήμνο μέχρι Σάμο, ήταν εμφανής η πρόθεση διευκολύνσεως της διεξαγωγής τουρκικών ασκήσεων.

ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΩΝ
Η τουρκική στάση από το 1974, ιδίως με την υπαναχώρηση από την δέσμευση προσφυγής στο ΔΔΧ για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδος, έπεισε την Αθήνα ότι η Άγκυρα δεν ενδιαφερόταν για νομική διευθέτηση των ζητημάτων που έθετε στο Αιγαίο. Προτιμούσε μία απευθείας διαπραγμάτευση, υπολογίζοντας στην επικράτηση των απόψεών της λόγω του ειδικού βάρους της και της απειλής χρήσεως της στρατιωτικής ισχύος.
Μετά την κυβερνητική αλλαγή που επήλθε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1981, τέθηκε τέρμα στον ελληνοτουρκικό διάλογο. Η ελληνική κυβέρνηση κατήγγειλε την τουρκική στάση η οποία οδηγούσε σε άγονο διάλογο και ανακήρυξε ως μόνη υπαρκτή διαφορά την οποία ήταν διατεθειμένη να διαπραγματευθεί, το νομικό ζήτημα της οριοθετήσεως της υφαλοκρηπίδος. Όλα τα άλλα ζητήματα αποτελούσαν αυθαίρετες μονομερείς διεκδικήσεις της Τουρκίας εις βάρος της Ελλάδος.
Όσο ο ελληνοτουρκικός διάλογος βρισκόταν σε εξέλιξη και το Αιγαίο εξακολουθούσε να αποτελεί «επικίνδυνη περιοχή», η τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο ήταν συγκρατημένη.
Οι είσοδοι τουρκικών μαχητικών στο FIR Αθηνών, δίχως υποβολή σχεδίων πτήσεως στην ελληνική ΥΠΑ, ήταν σποραδική. Επιπλέον, η άσχημη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Τουρκική Αεροπορία εξαιτίας του εμπάργκο που είχε επιβληθεί από τις ΗΠΑ, επηρέασε σοβαρά το επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητος και την διαθεσιμότητα αεροσκαφών. Σταδιακώς, μετά την άρση του εμπάργκο, οι δείκτες αυτοί βελτιώθηκαν, όπως συνέβη και με την εκπαίδευση των Τούρκων ιπταμένων.
Με το «άνοιγμα» του Αιγαίου το 1980, η τουρκική επιθετικότητα κλιμακώθηκε. Η παράλειψη της ελληνικής πλευράς, προ, όσο και μετά, να λάβει αποφασιστικά αντίμετρα, καταρρίπτοντας τα τουρκικά αεροσκάφη που συχνά παραβίαζαν ακόμη και τον ΕΕΧ σε βάθος μεγαλύτερο των 6 ν.μ., προκάλεσε την αποθράσυνση της άλλης πλευράς. Τοιουτοτρόπως, μετά την περίοδο «ανιχνεύσεως» των ελληνικών προθέσεων και όταν έγινε αντιληπτό ότι δεν υφίστατο απειλή αντιμέτρων, η Τουρκική Αεροπορία ανέλαβε να εφαρμόσει στην πράξη όσα διεκδικούσε η τουρκική εξωτερική πολιτική σε διπλωματικό επίπεδο. Από την δεκαετία του 1980 λοιπόν, οι τουρκικές παραβάσεις των κανόνων εναερίου κυκλοφορίας και παραβιάσεις του ΕΕΧ κλιμακώθηκαν κι έλαβαν συστηματική βάση.

Το κλίμα δυσπιστίας που επικράτησε στις σχέσεις Ελλάδος – ΗΠΑ, είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση και των σχέσεων με το ΝΑΤΟ, κατάσταση η οποία επηρέασε και την εκτέλεση συμμαχικών γυμνασίων μεγάλης κλίμακος στο Αιγαίο. Βάσει του κανονισμού MC 66/1 της Συμμαχίας που ισχύει από το 1960, για λειτουργίες αυτής, ο ΕΕΧ της Ελλάδος αναγνωρίζεται στα 6 κι όχι 10 ν.μ. Επειδή οι κανόνες στο πλαίσιο της Συμμαχίας δεν υποκαθιστούν το Διεθνές Δίκαιο ώστε να επηρεάζονται τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα, η Ελλάδα δεν αντέδρασε. Από την δεκαετία του 1980 όμως, αμερικανικά αεροσκάφη, στο πλαίσιο μεμονωμένων πτήσεων ή συμμαχικών ασκήσεων πετούσαν στο Αιγαίο εξίσου προκλητικά με τα τουρκικά, ενθαρρύνοντας εμμέσως την τουρκική επιθετικότητα, η οποία όμως δεν εκδηλώνεται μόνο μέσα στο πλαίσιο της Συμμαχίας αλλά και εκτός αυτού. Η Ελλάδα, εκλαμβάνοντας την στάση της Συμμαχίας ως μεροληπτική υπέρ της Τουρκίας, αντιδρούσε με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή προβαίνοντας σε αναγνώριση και αναχαίτιση των αμερικανικών ή συμμαχικών αεροσκαφών που προέβαιναν σε παραβιάσεις του ΕΕΧ.
Σε γενικότερο πλαίσιο, παρά την επιστροφή της Ελλάδος στο στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας, έπειτα από συμβιβασμό με την παρέμβαση των ΗΠΑ, σημεία τριβής με την Τουρκία εξακολούθησαν να είναι τα όρια επιχειρησιακού ελέγχου των στρατηγείων επί ελληνικού εδάφους όσο και η περίπτωση της Λήμνου. Στις αρχές του 1980 η Τουρκία αντέδρασε στην πρόθεση της Συμμαχίας να εγκαταστήσει στην Λήμνο σταθμό ραντάρ, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι επρόκειτο για αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη. Έκτοτε, η νήσος έπαυσε να περιλαμβάνεται στις ασκήσεις του ΝΑΤΟ, παρά τις έντονες ελληνικές διαμαρτυρίες. Από το 1982, η ελληνική πλευρά, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την εξαίρεση της Λήμνου, έπαυσε να συμμετέχει στις συγκεκριμένες ασκήσεις. Η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε την ελληνική αποχή, προβαίνοντας σε σωρεία παραβιάσεων του ΕΕΧ στο πλαίσιο ασκήσεων της Συμμαχίας. Ενθαρρυμένη από τις εξελίξεις αυτές, το 1984 η Τουρκία έθεσε veto στην ελληνική πρόταση για διάθεση των δυνάμεων που στάθμευαν στην Λήμνο στον αμυντικό σχεδιασμό του επομένου έτους. Η Ελλάδα αντέδρασε με veto στο σύνολο των τουρκικών δυνάμεων. Η κατάσταση αυτή οδήγησε στην ουσία σε νέα, μετά το 1974, αδρανοποίηση της Νοτιοανατολικής Πτέρυγος.Η κρίση που εκδηλώθηκε τον Μάρτιο του 1987, με αφορμή νέες εξαγγελίες της Τουρκίας για έξοδο ερευνητικού σκάφους στο Αιγαίο προς διεξαγωγή ερευνών, που προκάλεσαν ελληνική αντίδραση, έφερε για άλλη μια φορά τις χώρες κοντά στην πολεμική αναμέτρηση. Ενώ όμως τελικώς η Τουρκία υπαναχώρησε και δεν επέτρεψε στο σκάφος της να διεξάγει έρευνες, σε διπλωματικό επίπεδο, η Ελλάδα συμφώνησε το 1988 σε αποχή από ερευνητική δραστηριότητα εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων. Αποδέχθηκε δηλαδή άτυπη συμφωνία που ίσχυε από την δεκαετία του 1970.Από πλευράς τουρκικών διεκδικήσεων, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Άγκυρα ανέδειξε ένα νέο ζήτημα ως πεδίο αντιπαραθέσεως με την Ελλάδα: την Έρευνα & Διάσωση (Ε&Δ) στο Αιγαίο. Για τα αεροπορικά ατυχήματα, η Σύμβαση του Σικάγου του 1944, προέβλεπε στο Παράρτημα 12 (Annex 12) ότι η περιοχή ευθύνης Ε&Δ της Ελλάδος συμπίπτει με τα όρια του FIR Αθηνών. Όσον αφορά τα ναυτικά ατυχήματα που καλύπτει η Σύμβαση του Αμβούργου του 1979, η Ελλάδα, κατά την κύρωσή της το 1989, δήλωσε ότι θα ασκεί θαλάσσια Ε&Δ σε όλο τον χώρο του FIR Αθηνών, σύμφωνα και με την σχετική ανακοίνωση στην οποία είχε προβεί και προς τον ΙΜΟ και την πρακτική που ακολουθούσε αδιαλείπτως ήδη από το 1975. Το άρθρο 2.1.4 της Συμβάσεως του Αμβούργου ορίζει ότι ο καθορισμός των περιοχών ναυτικής Ε&Δ γίνεται με συμφωνία των ενδιαφερομένων παρακτίων κρατών. Η Ελλάδα έχει υπογράψει ανάλογες συμφωνίες με την Ιταλία και Μάλτα. Η τουρκική επιθετικότητα όμως, δεν επέτρεψε τέτοιου είδους προσέγγιση.
Από την πλευρά της, στις 7 Ιανουαρίου 1989 η Άγκυρα δημοσίευσε «Τουρκικό Κανονισμό Έρευνας και Διάσωσης», τον 88/13559, σύμφωνα με τον οποίο και με βάση σχετική της δήλωση προς τον ΙΜΟ, οριοθέτησε περιοχή ευθύνης της για παροχή υπηρεσιών Ε&Δ σε κινδυνεύοντα «αεροπορικά και θαλάσσια μέσα», η οποία περιλαμβάνει τμήμα του FIR Αθηνών μέχρι το μέσο περίπου του Αιγαίου. Επρόκειτο για αυθαίρετη ενέργεια, διότι αγνοούσε ότι οι περιοχές αεροπορικής Ε&Δ απαιτούν απόφαση των αρμοδίων οργάνων του ICAO. Επιπλέον, η αναφορά σε «αεροπορικά και θαλάσσια μέσα», προκαλούσε σκόπιμη σύγχυση μεταξύ αεροπορικής και θαλασσίας E&Δ, κατά παράβαση σχετικών ρυθμίσεων του ICAO. Φυσική συνέπεια των τουρκικών αυθαιρεσιών ήταν η επιβεβαίωση από πλευράς ICAO, στις 7 Απριλίου 1989, ότι οι περιοχές ευθύνης της Ελλάδος και της Τουρκίας σχετικά με την αεροναυτική Ε&Δ παραμένουν αμετάβλητες, όπως αυτές έχουν ορισθεί και συμφωνηθεί στο πλαίσιο του Οργανισμού.Μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως το 1989 και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, άλλαξαν άρδην οι πολιτικοστρατιωτικές συνθήκες. Η σημασία του ΝΑΤΟ περιορίστηκε, όπως και η επιρροή που είχαν στην ελληνική εξωτερική πολιτική ζητήματα που την έφερναν σε σύγκρουση με την Τουρκία. Η αλλαγή της δομής της Συμμαχίας, διευκόλυνε την διαδικασία. Η «ουδετερότητα» του ΝΑΤΟ στις ελληνοτουρκικές διαφορές απόψεων, έπαυσε να έχει την σημασία που απέδιδε ενοχλημένη η Αθήνα.

ΕΠΙΣΗΜΟΠΟΙΗΣΗ CASUS BELLI ΚΑΙ «ΓΚΡΙΖΕΣ ΖΩΝΕΣ»
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, το ζήτημα προτεραιότητος για την Τουρκία ήταν η έναρξη εφαρμογής το 1994 ως Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, της σχετικής Διεθνούς Συμβάσεως που είχε συνταχθεί το 1982 στο Μοντέγκο Μπέι. Σύμφωνα με αυτήν, κάθε χώρα έχει δικαίωμα επεκτάσεως των χωρικών υδάτων της μέχρι εύρους 12 ν.μ. Η Ελλάδα κύρωσε την Σύμβαση στις 31 Μαΐου 1995, επιφυλασσόμενη να ασκήσει το δικαίωμα επεκτάσεως των χωρικών της υδάτων όποτε αυτή το έκρινε σκόπιμο. Ως αντίδραση, η τουρκική Εθνοσυνέλευση εξέδωσε ψήφισμα στις 8 Ιουνίου με το οποίο εκχώρησε στην τουρκική κυβέρνηση όλες τις αρμοδιότητες, συμπεριλαμβανομένων και των στρατιωτικών μέτρων, για την διατήρηση και υπεράσπιση των ζωτικών συμφερόντων της Τουρκίας. Επρόκειτο στην ουσία γιαεπισημοποίηση του casus belli, το οποίο από το 1974 η Τουρκία χρησιμοποιούσε μόνο ατύπως ως προειδοποίηση προς την Ελλάδα.Ανεπίσημος τουρκικός χάρτης, στον οποίο με κίτρινο χρώμα απεικονίζονται τα ελληνικά νησιά των οποίων η κυριότητα αμφισβητείται από την Άγκυρα. Η απαρίθμηση των νήσων, δεν είναι πλήρης και δεν περιλαμβάνονται οι βραχονησίδες. Διακρίνονται με αριθμήσεις το Αγαθονήσι (8), το Φαρμακονήσι (9) και τα Ίμια (10)Οι πρόνοιες της νέας Συμβάσεως όσον αφορά τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, είναι ιδιαίτερα θετικές. Όχι μόνο η Ελλάδα έχει το δικαίωμα μέχρι και διπλασιασμού των χωρικών υδάτων της, αλλά αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στον καθορισμό της υφαλοκρηπίδος όσο και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ).Το ίδιο έτος που η Αθήνα κύρωνε την νέα Σύμβαση, προωθούσε ένα σχέδιο εποικισμού μικρονησίδων στο Αιγαίο με κρατική επιδότηση. Οι επίσημες ανακοινώσεις μιλούσαν για ένα πρόγραμμα αναπτύξεως εναλλακτικής μορφής αγροτικού τουρισμού. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μία εύστοχη κίνηση διασφαλίσεως των εθνικών συμφερόντων όσον αφορά δικαιώματα επί υφαλοκρηπίδος και ΑΟΖ. Σύμφωνα με το άρθρο 121, παράγραφος 3 της Συμβάσεως για το Δίκαιο της Θαλάσσης του 1982, «Βράχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να διατηρήσουν ανθρώπινη οίκηση ή αυτοδύναμη οικονομική ζωή, δεν θα έχουν αποκλειστική οικονομική ζώνη ή ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα» (“Rocks which cannot sustain human habitation or economic life of their own shall have no exclusive economic zone or continental shelf”).
Διαβλέποντας τις ελληνικές προθέσεις, το τουρκικό Γενικό Επιτελείο είχε αναζητήσει αντίμετρα. Στο πλαίσιο αυτό προέβη στην εκπόνηση και υιοθέτηση μιας μελέτης η οποία θα αμφισβητούσε άμεσα την ελληνική κυριαρχία σε συγκεκριμένα εδάφη και ειδικότερα σε νησίδες και βραχονησίδες. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα επίσημα αρχεία του τουρκικού κράτους, εντοπίστηκαν ελληνικά νησιωτικά εδάφη τα οποία δεν αναφέροντο ονομαστικώς στις υφιστάμενες συνθήκες. Η μη σαφής αναφορά σε αυτά, αυτομάτως έθετε σε αμφισβήτηση το σημερινό καθεστώς ελληνικής κυριαρχίας. Επρόκειτο για μία αυθαίρετη τουρκική θέση, δεδομένου ότι στα κείμενα των διεθνών συνθηκών γίνεται αναφορά σε «παρακείμενες νήσους».
Η μελέτη υιοθετήθηκε ως νέα θέση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Απέμενε η επίσημη εξαγγελία της. Για το τουρκικό πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο από το οποίο εκπορεύεται η εξωτερική πολιτική, η επικρατούσα πολιτική ρευστότητα στο εσωτερικό της χώρας, ήταν η συνθήκη εκείνη που επέτρεπε την άνετη «διακομματική» αποδοχή της νέας θέσεως και την επίσημη προβολή της. Το ότι στην Ελλάδα επικρατούσε το ίδιο διάστημα αντίστοιχη εικόνα, εξαιτίας της νοσηλείας του πρωθυπουργού, συνιστούσε ευμενή συγκυρία η οποία καθιστούσε τις συνολικές συνθήκες ιδανικές.Η προκήρυξη τουρκικών εκλογών στις 24 Δεκεμβρίου 1995 ήταν ένα ορόσημο. Την επομένη, ημέρα μεγάλης εορτής της Χριστιανοσύνης και άρα επισήμου αργίας στην Ελλάδα, το τουρκικό εμπορικό πλοίο “Figen Akat” προσάραξε στις βραχονησίδες Ίμια. Ο Τούρκος πλοίαρχος αρνήθηκε την ελληνική συνδρομή δηλώνοντας ότι επρόκειτο για περιοχή τουρκικής αρμοδιότητος. Το θέμα προκάλεσε ελληνοτουρκικές επαφές σε επίπεδο Υπουργείων Εξωτερικών με αποτέλεσμα στις 29 Δεκεμβρίου η Άγκυρα να εκδώσει ρηματική διακοίνωση με την οποία υποστήριζε ότι οι νησίδες Ίμια αποτελούσαν τουρκικό έδαφος.
Η νέα αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, είχε εκφραστεί επισήμως.
Το ζήτημα παρέμεινε στην αφάνεια μέχρι τις 24 Ιανουαρίου 1996 οπότε και αποκαλύφθηκε από τα ελληνικά ΜΜΕ. Στις 27 Ιανουαρίου Τούρκοι δημοσιογράφοι προσγειώνονται με ελικόπτερο στην Ανατολική Ίμια και υψώνουν την τουρκική σημαία. Την επομένη ζητείται η συνδρομή των Ενόπλων Δυνάμεων για αφαίρεση της τουρκικής σημαίας και επανατοποθέτηση της ελληνικής. Για λόγους ασφαλείας, ομάδα βατραχανθρώπων εγκαθίσταται στην Ανατολική Ίμια. Το βράδυ της 29ης Ιανουαρίου, η Τουρκία αποφασίζει την ανάληψη στρατιωτικής δράσεως, για λόγους όμως παραπλανήσεως της Ελλάδος, εξακολουθεί να «συζητά». Πράγματι, οι ΗΠΑ έχουν αναλάβει διαμεσολαβητικό ρόλο για την επίτευξη συμφωνίας αποκλιμακώσεως με την ταυτόχρονη απόσυρση των δυνάμεων που έχουν συγκεντρώσει οι δύο χώρες στην περιοχή.
Ελλάδα και Ουάσιγκτον νομίζουν ότι διεξάγονται διαπραγματεύσεις ουσίας αλλά στις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Ιανουαρίου, τουρκική ομάδα βατραχανθρώπων αποβιβάζεται στην Δυτική Ίμια. Παρά το ότι η ενέργεια αυτή ανατρέπει όλο το σκηνικό της μέχρι τότε διαπραγματεύσεως, η Αθήνα αποφασίζει να αποδεχθεί την πρώιμη, και υπό διαφορετικές συνθήκες επιτευχθείσα συμφωνία, αποσύρσεως δυνάμεων και εθνικών συμβόλων (no troops, no ships, no flags).Την επομένη της κρίσεως, η Αθήνα υποστηρίζει ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει όσον αφορά το status quo στην περιοχή και ότι οι νησίδες Ίμια είναι ελληνικό έδαφος. Η Τουρκία υποστηρίζει την δική της άποψη. Απέμενε να αποδειχθεί στην πράξη κατά πόσο εννοούσε πραγματικά η κάθε πλευρά τον ισχυρισμό της. Τα επόμενα χρόνια, η περιοχή των Ιμίων απετέλεσε πεδίο εντάσεως λόγω της παρουσίας ελληνικών και τουρκικών σκαφών του λιμενικού ή του ναυτικού όσο και της ασκήσεως αλιευτικής δραστηριότητος μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων αλιέων.Από ελληνικής πλευράς απαγορεύτηκε η μετάβαση Ελλήνων και ξένων στις συγκεκριμένες βραχονησίδες, πλην ενός Καλυμνίου ο οποίος και προ των γεγονότων συντηρούσε σε αυτές κοπάδι αιγοπροβάτων. Λίγα χρόνια μετά, ο ποιμένας απέσυρε το κοπάδι του εξαιτίας διακοπής καταβολής του επιδόματος που ελάμβανε από το κράτος, μέσω του οποίου εξασφάλιζε τροφή την οποία μετέφερε στα Ίμια. Το ενδιαφέρον της Αθήνας αρχίζει να «χαλαρώνει» εμπράκτως.Αυτή την εικόνα ενίσχυε η αποφυγή προστασίας των Ελλήνων αλιέων από το Λιμενικό Σώμα (ΛΣ), απέναντι στις παρενοχλήσεις από σκάφη της τουρκικής ακτοφυλακής που τους πίεζαν να εγκαταλείψουν την περιοχή επειδή, δήθεν, δραστηριοποιούντο εντός τουρκικών χωρικών υδάτων (άρα οι βραχονησίδες είναι τουρκικές). Για λόγους αποφυγής εντάσεων, η Αθήνα διέκοψε την προστατευτική παρουσία σκαφών του ΛΣ, αφήνοντας τους Έλληνες αλιείς να υφίστανται διαρκή καταστροφή περιουσιών (κόψιμο διχτυών) που στο τέλος τους οδήγησε σε οριστική απομάκρυνση.
Την θέση τους δε έλαβαν Τούρκοι αλιείς, οι οποίοι στην ουσία επιδίδονται ανενόχλητοι σε δραστηριότητα εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, αφού δεν καλούνται να απομακρυνθούν από σκάφη του ΛΣ.
Συνοψίζοντας, το αποτέλεσμα της κρίσεως των Ιμίων είναι η εκ των πραγμάτων και με την συγκατάθεση των Αθηνών μετατροπή της περιοχής σε «γκρίζα ζώνη», παρόλο που σε θεωρητικό επίπεδο τίποτε δεν έχει αλλάξει…. Καμία μεταβολή δεν έχει καταγραφεί υπό μορφή επισήμου διμερούς συμφωνίας, ωστόσο, έχει επιβληθεί de facto μεταβολή του καθεστώτος.
Και αυτό διότι η στάση της Αθήνας φανερώνει ερμηνεία της συμφωνίας της 31ης Ιανουαρίου 1996 όχι ως συμφωνίας εκτονώσεως της κρίσεως στην δεδομένη στιγμή αλλά ως επ’ αόριστον άτυπη συμφωνία.Η νέα τουρκική αυθαίρετη αξίωση, οι «γκρίζες ζώνες», ήταν η «κληρονομιά» της κρίσεως των Ιμίων. Στις 30 Μαΐου 1996, κατά την σχεδίαση της ασκήσεως “Dynamic Mix ’96” από το ΝΑΤΟ, η Τουρκία υποστήριξε τον αποκλεισμό της Γαύδου, λόγω του «αμφισβητούμενου καθεστώτος κυριαρχίας». Το επόμενο διάστημα, από τουρκικής πλευράς παρουσιάστηκαν διάφορες εκδοχές για τον αριθμό των νήσων και νησίδων που, σύμφωνα με την άποψή της, ενέπιπταν στην κατηγορία των νησιωτικών εδαφών με ακαθόριστο καθεστώς κυριαρχίας.
συνέχεια εδώ…
Advertisement

Σχολιάστε

Filed under Ελληνοτουρκικά

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s